σελεύκειος

-α, -ο / σελεύκειος, -εία, -ον, ΝΑ [Σέλευκος]
1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην πόλη Σελεύκεια («σελεύκειον δίδραχμον», επιγρ.)
2. (το ουδ. στον πληθ. ως κύριο όν.) τα Σελεύκεια
ετήσια αγωνιστική εορτή που τελούσαν οι κάτοικοι τής αρχαίας ιωνικής πόλης Ερυθρές προς τιμήν τού βασιλιά τής Συρίας Σελεύκου Α' Νικάτορος και η οποία αποτελούσε μέρος τής εορτής τών Μεγάλων Διονυσίων.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Σελευκείων — Σελεύκειος of Seleucus fem gen pl Σελεύκειος of Seleucus masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σελευκείης — Σελεύκειος of Seleucus fem gen sg (epic ionic) Σελευκεία fem gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σελευκείου — Σελεύκειος of Seleucus masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σελευκείους — Σελεύκειος of Seleucus masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σελεύκεια — Σελεύκειος of Seleucus neut nom/voc/acc pl Σελευκεία fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σελεύκειαι — Σελεύκειος of Seleucus fem nom/voc pl Σελευκεία fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σελεύκειοι — Σελεύκειος of Seleucus masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σελευκείας — Σελευκείᾱς , Σελεύκειος of Seleucus fem acc pl Σελευκείᾱς , Σελεύκειος of Seleucus fem gen sg (attic doric aeolic) Σελευκείᾱς , Σελευκεία fem acc pl Σελευκείᾱς , Σελευκεία fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Séleucos de Séleucie — Pour les articles homonymes, voir Séleucos. Séleucos (ou Seleukos, ou encore Seleucus) de Séleucie, Σέλευκος ὁ Σελεύκειος, (né vers 190, actif vers 150) était un astronome, géographe et philosophe de Séleucie en Mésopotamie. C était un Chaldéen… …   Wikipédia en Français

  • Σελευκείαι — Σελευκείᾱͅ , Σελεύκειος of Seleucus fem dat sg (attic doric aeolic) Σελευκείᾱͅ , Σελευκεία fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.